ΕΚΤ: Επτά στις δέκα ελληνικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη
Η τεχνητή νοημοσύνη αποκτά ολοένα πιο ουσιαστικό ρόλο στη λειτουργία των ελληνικών επιχειρήσεων, με τις επενδύσεις και την αξιοποίησή της να αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια.
Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με τίτλο «Εφαρμογή και επενδύσεις στην AI στην Ευρωζώνη», η οποία βασίστηκε στις απαντήσεις περίπου 6.000 επιχειρήσεων από δώδεκα χώρες της Ευρωζώνης κατά τη διάρκεια του 2025.
Η μελέτη καταγράφει τον βαθμό ενσωμάτωσης της τεχνητής νοημοσύνης στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, εξετάζοντας παράλληλα τους λόγους που οδηγούν τις επιχειρήσεις στην υιοθέτησή της, τα βασικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν, αλλά και τις εκτιμήσεις τους για την πορεία των επενδύσεων, της απασχόλησης και της οικονομικής τους ανάπτυξης.
Στην Ελλάδα, επτά στις δέκα επιχειρήσεις δήλωσαν ότι χρησιμοποιούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, έστω και σε περιορισμένο βαθμό, ποσοστό που βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η χώρα εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις στη συστηματική αξιοποίηση της συγκεκριμένης τεχνολογίας, καθώς το 12% των ελληνικών επιχειρήσεων ανέφερε εκτεταμένη χρήση της AI, έναντι 7% που καταγράφηκε συνολικά στις υπόλοιπες χώρες της έρευνας. Παράλληλα, περίπου τρεις στις δέκα επιχειρήσεις αξιοποιούν την τεχνολογία σε μέτριο ή περιστασιακό βαθμό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα της ελληνικής βιομηχανίας. Οι μεσαίες και μεγάλες μεταποιητικές επιχειρήσεις, με προσωπικό άνω των 50 εργαζομένων, εμφανίζονται ιδιαίτερα δραστήριες στις επενδύσεις τεχνητής νοημοσύνης. Συγκεκριμένα, το 66% είχε ήδη επενδύσει σε σχετικές τεχνολογίες έως τα μέσα του 2025, επίδοση που αποτελεί την υψηλότερη μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης. Αντίθετα, στις μικρότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 18%, γεγονός που αναδεικνύει τη δυσκολία των μικρότερων οργανισμών να χρηματοδοτήσουν τον ψηφιακό τους μετασχηματισμό.
Η απόσταση ανάμεσα στις μικρές και στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά καταγράφεται σχεδόν σε όλους τους οικονομικούς κλάδους της Ευρωζώνης. Οι μεγαλύτεροι οργανισμοί διαθέτουν περισσότερους οικονομικούς πόρους και οργανωμένες υποδομές, γεγονός που διευκολύνει την υιοθέτηση και ενσωμάτωση προηγμένων τεχνολογιών στις καθημερινές λειτουργίες τους.
Διαφορετική είναι η εικόνα στον τομέα των υπηρεσιών. Εκεί, οι μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζονται περισσότερο δραστήριες στις επενδύσεις AI από ό,τι οι μεγαλύτερες, καθώς το σχετικό ποσοστό διαμορφώνεται στο 22%, έναντι μόλις 11% για τις μεσαίες και μεγάλες εταιρείες. Παρά τη διαφοροποίηση αυτή, συνολικά ο κλάδος των υπηρεσιών στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου ως προς την ένταση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Στο λιανικό και χονδρικό εμπόριο, περισσότερες από τέσσερις στις δέκα μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις έχουν ήδη προχωρήσει σε σχετικές επενδύσεις, παρουσιάζοντας επίδοση ελαφρώς υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Αντίθετα, στις μικρές εμπορικές επιχειρήσεις η διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης παραμένει περιορισμένη, καθώς μόλις το 7% έχει πραγματοποιήσει αντίστοιχες επενδύσεις. Στον κατασκευαστικό κλάδο τα ποσοστά παραμένουν επίσης χαμηλά, τόσο για τις μεγάλες όσο και για τις μικρότερες επιχειρήσεις.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις σχεδιάζουν να αυξήσουν περαιτέρω τις δαπάνες τους για τεχνητή νοημοσύνη, εκτιμώντας ότι σχεδόν το ένα δέκατο των συνολικών επενδύσεων του επόμενου δωδεκαμήνου θα κατευθυνθεί σε σχετικές τεχνολογίες. Μάλιστα, όσες επιχειρήσεις έχουν ήδη ενσωματώσει εκτεταμένα την AI εμφανίζονται διατεθειμένες να επενδύσουν ακόμη περισσότερο, αφιερώνοντας περίπου το 20% των νέων επενδυτικών τους σχεδίων στις συγκεκριμένες εφαρμογές. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούν ακόμη την τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζουν σαφώς πιο περιορισμένες επενδυτικές προθέσεις.
Όσον αφορά τα κίνητρα, οι περισσότερες επιχειρήσεις θεωρούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη συμβάλλει κυρίως στη βελτίωση των βασικών επιχειρησιακών διαδικασιών και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως η διοίκηση και η εφοδιαστική αλυσίδα. Επιπλέον, αναγνωρίζουν ότι μπορεί να μειώσει το λειτουργικό κόστος, να ενισχύσει την καινοτομία και την έρευνα, αλλά και να οδηγήσει στη δημιουργία νέων προϊόντων και υπηρεσιών.
Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις που δεν έχουν ακόμη προχωρήσει στην αξιοποίηση της AI εντοπίζουν σημαντικές δυσκολίες. Κυριότερο εμπόδιο θεωρείται η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και κατάλληλων ψηφιακών δεξιοτήτων, ενώ ακολουθούν οι προβληματισμοί σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων, τα ζητήματα δεοντολογίας, η αμφιβολία για την πρακτική χρησιμότητα της τεχνολογίας και η επιφυλακτικότητα ως προς την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων της.
Η έρευνα καταγράφει επίσης αισιόδοξες προσδοκίες για τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη ενσωματώσει την τεχνητή νοημοσύνη. Οι συγκεκριμένες εταιρείες αναμένουν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, αύξηση του κύκλου εργασιών και μεγαλύτερη επενδυτική δραστηριότητα τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, εκτιμούν ότι θα χρειαστούν περισσότερο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, γεγονός που δείχνει ότι μέχρι στιγμής η AI δεν οδηγεί σε απώλειες θέσεων εργασίας, αλλά δημιουργεί νέες ανάγκες για εργαζόμενους με σύγχρονες ψηφιακές δεξιότητες.
Τέλος, η μελέτη επισημαίνει ότι δεν παρατηρούνται ακόμη σημαντικές διαφορές στην παραγωγικότητα ή στις πληθωριστικές προσδοκίες μεταξύ των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη και εκείνων που δεν την έχουν υιοθετήσει. Εξαίρεση αποτελούν οι κλάδοι της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών και της έρευνας και ανάπτυξης, όπου η αξιοποίηση της AI φαίνεται ήδη να αποδίδει πιο άμεσα και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Με πληροφορίες από το :https://www.ertnews.gr/

