Ναυτιλία

Ο κλάδος των ναυπηγείων στην Ελλάδα στο επίκεντρο μελέτης της EY-Parthenon

Ο κλάδος των ναυπηγείων στην Ελλάδα στο επίκεντρο μελέτης της EY-Parthenon

Ισχυρότερα ερείσματα στη διεθνή ναυπηγοεπισκευαστική αγορά θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση και τη συσσωρευμένη τεχνογνωσία του κλάδου.

Για να συμβεί αυτό, ωστόσο, θα πρέπει να προηγηθεί ουσιαστικός εκσυγχρονισμός του σημερινού παραγωγικού μοντέλου και να αντιμετωπιστούν προβλήματα που εξακολουθούν να λειτουργούν ανασταλτικά. Τις προοπτικές αυτές καταγράφει μελέτη της EY-Parthenon, του τομέα εταιρικής στρατηγικής και συναλλαγών της EY Ελλάδος.

Η χώρα διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά που μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ της. Η θέση της πάνω σε σημαντικούς θαλάσσιους δρόμους που συνδέουν τρεις ηπείρους, η τεχνική εμπειρία του ανθρώπινου δυναμικού και το ανταγωνιστικότερο λειτουργικό κόστος δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη δραστηριοποίηση κυρίως στις επισκευές και τις μετασκευές πλοίων.

Η σημερινή εικόνα, εντούτοις, απέχει σημαντικά από τις πραγματικές δυνατότητες του κλάδου. Το 2023, η Ελλάδα συγκέντρωσε λιγότερο από το 1% των διαθέσιμων εργασιών συντήρησης, ενώ τα συνολικά έσοδα της εγχώριας ναυπηγοεπισκευαστικής δραστηριότητας υπολογίζονται σε περίπου 197 εκατ. ευρώ. Σε όρους παγκόσμιας αγοράς, το ποσό αυτό μεταφράζεται σε μερίδιο μόλις 0,4%.

Η EY-Parthenon εκτιμά ότι η εικόνα μπορεί να αλλάξει αισθητά μέσα από μια περισσότερο στοχευμένη αναπτυξιακή στρατηγική. Εφόσον τα ελληνικά ναυπηγεία επικεντρωθούν σε συγκεκριμένες κατηγορίες πλοίων στις οποίες μπορούν να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, η συμμετοχή τους στην παγκόσμια αγορά θα μπορούσε να τετραπλασιαστεί, φτάνοντας το 1,6%. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα έσοδα του κλάδου εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να ανέλθουν στα 759 εκατ. ευρώ.

Η επίτευξη αυτής της προοπτικής προϋποθέτει την αντιμετώπιση σημαντικών αδυναμιών. Μία από τις κυριότερες αφορά το ανθρώπινο δυναμικό. Η σταδιακή γήρανση των εργαζομένων, η έλλειψη επαρκούς ανανέωσης του προσωπικού και τα κενά στην επανακατάρτιση περιορίζουν τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένων τεχνιτών. Στα προβλήματα προστίθενται οι συνθήκες εργασίας, αλλά και ένα θεσμικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις και περίπλοκες διαδικασίες αδειοδοτήσεων και εγκρίσεων.

Εξίσου κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η κατάσταση των υποδομών. Οι δυνατότητες εξυπηρέτησης πλοίων επηρεάζονται από το μέγεθος και τη χωρητικότητα των διαθέσιμων δεξαμενών, ενώ η περιορισμένη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών δυσχεραίνει την αύξηση της παραγωγικότητας. Οι αδυναμίες αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία τα πλοία γίνονται μεγαλύτερα και οι τεχνικές απαιτήσεις των έργων περισσότερο σύνθετες.

Παράλληλα, χρειάζεται επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται σήμερα η ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα. Η εκτεταμένη αξιοποίηση εξωτερικών συνεργατών προσφέρει μεν ευελιξία, δεν ευνοεί όμως πάντα τη δημιουργία σταθερής εσωτερικής τεχνογνωσίας και παραγωγικής δυναμικότητας. Επιπλέον, η εξάρτηση από εξατομικευμένα έργα, τα οποία εκτελούνται κατά περίπτωση, δυσκολεύει τη δημιουργία επαναλαμβανόμενων διαδικασιών που θα μπορούσαν να περιορίσουν το κόστος και να αυξήσουν την αποδοτικότητα.

Νέα πεδία ανάπτυξης μπορούν να προκύψουν και πέρα από τις παραδοσιακές επισκευαστικές εργασίες. Ιδιαίτερες δυνατότητες εντοπίζονται στον αμυντικό τομέα, όπου η ανάπτυξη στρατηγικών συνεργασιών θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάληψη τεχνικά πιο απαιτητικών έργων μεγαλύτερης οικονομικής αξίας. Με τον τρόπο αυτό, τα ελληνικά ναυπηγεία θα μπορούσαν να διευρύνουν τη δραστηριότητά τους πέρα από τις απλούστερες εργασίες που αφορούν κυρίως το κύτος ενός πλοίου.

Προοπτικές παρουσιάζει και η αγορά των πολυτελών σκαφών αναψυχής. Η συγκεκριμένη κατηγορία μπορεί να δημιουργήσει ζήτηση για εξειδικευμένες κατασκευές, μετασκευές και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, προσφέροντας μια επιπλέον κατεύθυνση διαφοροποίησης για τον ελληνικό ναυπηγικό τομέα.

Την ίδια στιγμή, μεταβάλλεται η ίδια η σύνθεση της παγκόσμιας ναυτιλίας. Η ανάπτυξη του διεθνούς στόλου δεν προέρχεται τόσο από την αύξηση του αριθμού των πλοίων όσο από την ενίσχυση της μεταφορικής τους χωρητικότητας. Μεγαλύτερα πλοία κερδίζουν σταδιακά έδαφος, ιδιαίτερα στις κατηγορίες μεταφοράς χύδην φορτίου και εμπορευματοκιβωτίων. Η τάση αυτή αυξάνει τις απαιτήσεις από τα ναυπηγεία τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και σε τεχνολογικές δυνατότητες.

Η οικονομική βαρύτητα των εργασιών που πραγματοποιούνται μέσα στα ναυπηγεία είναι ιδιαίτερα υψηλή. Η μελέτη υπολογίζει ότι αντιπροσωπεύουν το 53% της συνολικής αξίας ενός πλοίου. Μεγάλο μέρος της τεχνικής εργασίας και των απαιτούμενων ανθρωποωρών συνδέεται με τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό. Από το υπόλοιπο 47%, ο χάλυβας αντιστοιχεί στο 14% της αξίας, το σύστημα πρόωσης στο 12%, τα υλικά εξοπλισμού και εγκαταστάσεων στο 10% και οι υπόλοιπες κατηγορίες υλικών και αναλώσιμων στο 11%.

Καθοριστική για το μέλλον του κλάδου αναμένεται να είναι και η τεχνολογική μετάβαση. Η ψηφιοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών μπορεί να περιορίσει καθυστερήσεις, να βελτιώσει τον σχεδιασμό των έργων και να ενισχύσει συνολικά την αποδοτικότητα των ναυπηγικών μονάδων. Συνεπώς, η τεχνολογική αναβάθμιση εξελίσσεται από συμπληρωματική επιλογή σε βασική προϋπόθεση ανταγωνιστικότητας.

Παράλληλα, η προσπάθεια περιορισμού των εκπομπών στη ναυτιλία μεταβάλλει σημαντικά τις ανάγκες της αγοράς. Η χρήση νέων καυσίμων και τεχνολογιών, όπως και η ανάγκη συμμόρφωσης των πλοίων με αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις, δημιουργούν ζήτηση για ανασχεδιασμό, μετασκευές και τεχνικές αναβαθμίσεις. Έτσι, η ανταγωνιστική θέση ενός ναυπηγείου δεν εξαρτάται πλέον μόνο από το χαμηλό κόστος ή τη δυνατότητα ανάληψης μεγάλου όγκου εργασιών, αλλά και από την τεχνογνωσία, την καινοτομία και την ταχύτητα προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις.

Πρόσθετη ώθηση στις ναυπηγοεπισκευαστικές δραστηριότητες μπορεί να προσφέρει και η ηλικιακή σύνθεση του ευρωπαϊκού στόλου. Καθώς σημαντικός αριθμός πλοίων γερνά, αυξάνονται οι ανάγκες για συντήρηση, εκσυγχρονισμό, μετασκευή και ενεργειακή αναβάθμιση. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη σημασία των επισκευών έναντι των νέων ναυπηγήσεων και δημιουργεί ένα πεδίο στο οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο.

Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός κλάδου με σημαντικές αλλά ακόμη ανεπαρκώς αξιοποιημένες δυνατότητες. Η αναβάθμιση των υποδομών, η ενίσχυση και ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού, η απλούστευση των θεσμικών διαδικασιών, η ψηφιακή μετάβαση και η στροφή σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις ώστε η ελληνική ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία να ενισχύσει αισθητά τη θέση της στην ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά.

 

Με πληροφορίες από :https://www.amna.gr

Image

Όλες οι ειδήσεις για την επιχειρηματική ηθική και την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη

Useful Links

Get in Touch


Confi - Consulting Solution